ου


ου
(I)
(ΑΜ oὐ, Α και οὐχί και οὐκί)
(αρν. μόριο τής αρχαίας το οποίο χρησιμοποιείται πριν από σύμφωνο, συμπεριλαμβανομένου και τού δίγαμμα, ενώ το οὐκ και το οὐχ χρησιμοποιούνται πριν από φωνήεν που ψιλούται ή δασύνεται, αντίστοιχα, στο τέλος δε πρότασης και οὔ, επικ. και ιων. τ. και οὐκί, αττ. τ. και οὐχί, χάριν εμφάσεως ή χάριν τού μέτρου
εκφέρει άρνηση γεγονότος ή διαβεβαιώσεως, ισχυρισμού, δηλώνει γεγονός, πραγματικότητα, αντικειμενικότητα, το απόλυτο) όχι, δεν
αρχ.
ΧΡΗΣΗ, ΘΕΣΗ: Α. Κατ' αντιδιαστολή προς το μη συνάπτεται εύκολα με απλές λέξεις με τις οποίες σχηματίζει κατά κάποιον τρόπο είδος συνθέτων
Β. (ως αρνητικό ολόκληρης πρότασης)
1. πολλές φορές χρησιμοποιείται μόνο του, ενώ μερικές φορές εννοείται παρεμφατικό ρήμα («οὔκ [ενν. ἀποκερεῑ], ἄν γε ἐμοὶ πείθῃ», Πλάτ.)
2. σε δήλωση όρκου συχνά χρησιμοποιείται με το μόριο μά
3. με οριστική για ρητή διαβεβαίωση
4. με υποτακτική ή ευκτική που χρησιμοποιούνται ως μελλοντικοί τύποι («οὐκ ἄν τοι χραίσμῃ κίθαρις», Ομ. Ιλ.)
5. (σε εξαρτημένες προτάσεις) α) μετά το ὅτι ή ὡς με λεκτικά, δοξαστικά και δείξεως σημαντικά ρήματα («ἔλεξε παιδὶ σῷ... ὡς... Ἕλληνες οὐ μενοῑεν», Αισχύλ.
β) σε αιτιολογικές και σε χρονικές προτάσεις που αναφέρονται σε ορισμένο χρονικό σημείο ή περίσταση («ἄχθεται ὅτι οὐ κάρτα θεραπεύεται», Ηρόδ.)
γ) μετά το ώστε με οριστική ή ευκτική με το ἄν («οὕτως αὐτοὺς ἀγαπῶμεν... ὥστε... οὐκ ἄν ἐθελήσαιμεν», Ισοκρ.)
δ) σε υποθετικές προτάσεις, όταν υπάρχει συνημμένο σε μια σύνθετη έννοια ή όταν η επισυναπτόμενη πρόταση είναι υποθετική μόνο τυπικά, ενώ στην ουσία είναι αιτιολογική συνήθως με ρήματα θαυμασμού ή συγκινήσεως σημαντικά ή όταν αναφέρονται οι λόγοι κάποιου αυτολεξεί («εἴ περ γὰρ φθονέω τε καὶ οὐκ εἰῶ διαπέρσαι», Ομ. Ιλ.)
ε) στον πλάγιο λόγο χρησιμοποιείται με απαρέμφατο, όταν αυτό αντικαθιστά την οριστική στον ευθύ λόγο («λέγοντες οὐκ εἶναι αὐτόνομοι», Θουκ.)
6. μετά από γνωστικά, αισθήσεως και δηλώσεως σημαντικά και δεικτικά ρήματα με μετοχή («κατενόησαν οὐ πολλοὺς τοὺς Θηβαίους ὄντας», Θουκ.)
7. σε ερωτήσεις με το οὐ συνήθως αναμένεται θετική απάντηση («οὐχ ὁρᾷς...», Αισχύλ.)
8. σε προτάσεις που συνδέονται αντιθετικά με το μέν και το δέ, συχνά τίθεται στο τέλος («οὗτος δὲ ἦν καλὸς μέν, μέγας δ'οὔ», Πλάτ.)
9. συχνά επαναλαμβάνεται συντιθέμενο με αντωνυμίες, επιρρήματα ή συνδέσμους («οὐδενὶ οὐδεμῇ οὐδαμῶς οὐδεμίαν κοινωνίαν ἔχει», Πλάτ.)
10. όταν το σύνθετο αρνητικό προηγείται και το απλό αρνητικό έπεται τού ρήματος, οι δύο αρνήσεις αποτελούν κατάφαση
11. μετά από ρήματα που δηλώνουν άρνηση, αμφιβολία και φιλονικία, τα οποία ακολουθούνται από το ώς ή το ὅτι με παρεμφατικό ρήμα, το οὐ παρεμβάλλεται πλεοναοτικά, για να δείξει τον αρνητικό χαρακτήρα τού λεγομένου («οὐδεὶς ἄν τολμήσειεν ἀντειπεῑν ὡς οὐ τὴν μὲν ἐμπειρίαν μᾱλλον τῶν ἄλλων ἔχομεν», Ισοκρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντίθετα προς το αρνητικό μόριο μη*, το αρνητικό μόριο οὐ είναι άγνωστης ετυμολ. Η υπόθεση ότι πρόκειται για δάνεια λ. δεν φαίνεται πιθανή. Ο τ. θα μπορούσε ίσως να συνδεθεί με αρχ. ινδ. ud, γοτθ. ūt, λατ. au- και αρμ. . Είναι χαρακτηριστικό σχετικά με τα αρνητικά μόρια ότι στην Ελληνική δεν μαρτυρείται τ. άρνησης που να ανάγεται στην ΙΕ ρίζα *ne- με αρνητική, στερητική σημ. (πρβλ. λατ. nē, non, από όπου τα: γαλλ. ne, ni, non, αγγλ. no, ισπ. ni, no, ιταλ. ne, ni, non, γερμ. nicht, nein), εκτός από το στερ. μόριο α-* / αν- και το στερ. πρόθημα νη-*. Το αρνητικό μόριο οὐ, συγκριτικά προς το αρνητικό μη, εκφέρει άρνηση αντικειμενική, απόλυτη, γενικά αποδεκτή. Κατ' αντιδιαστολή επίσης προς το μη, συνάπτεται εύκολα με απλές λέξεις με τις οποίες σχηματίζει κατά κάποιο τρόπο είδος συνθέτων (πρβλ. οὔτις, οὔτε). Τέτοιου είδους τύποι μαρτυρούνται και στη Μυκηναϊκή (πρβλ. oudidosi, outemi, oukitemi, ouqe = ούτε). Οι τ. οὐκί και οὐχί έχουν σχηματιστεί από το αρνητικό μόριο οὐ + αοριστολογικό μόριο -κι (< IE *kwi-) και -χι (πρβλ. ναί-χι, αρχ. ινδ. nahi). Εχει διατυπωθεί μάλιστα η άποψη ότι οι τ. οὐκ και οὐχ έχουν προέλθει με αποβολή τού -ι- από τους τ. οὐκί και οὐχί, αντίστοιχα. Στη Νέα Ελληνική ως αντικειμενική άρνηση χρησιμοποιούνται αφ' ενός σε επίπεδο πρότασης το αρνητικό δεν και αφ' ετέρου το όχι].
————————
(II)
επιφών.
1. σχετλιαστικό («ου, να χαθείς!»)
2. θαυμαστικό ή βεβαιωτικό, συνήθως μετά από ερώτηση («είχε πολύ κόσμο; -ου!»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < αρχ. *].
————————
(III)
οὗ (Α)
(γεν. τής αναφ. και κτητ. αντων. ὅς) βλ. ος.
————————
(IV)
οὗ, επικ. τ. ἕο, εγκλιτ. ἑο και εὗ και εγκλιτ. εὑ, και εἷο και ἑοῡ δ. επικ. τ. ἕθεν (Α)
(γεν. τής προσ. αντων. γ' προσ.)
1. αυτού («ἐπεὶ ἑό φημι βίῃ πολὺ φέρτερος εἶναι», Ομ. Ιλ.)
2. (σε αυτοπάθεια) τού εαυτού του («Ἀχιλῆα, ἕo μέγ' ἀμείνονα φῶτα ἠτίμησεν», Ομ. Ιλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η προσ. αντων. τού γ' προσώπου οὗ, οἷ, (όλων τών πτώσεων εκτός τής ονομ.) ανάγεται σε θ. *swe- και δευτερευόντως *sewe- (βλ. και λ. ε). Οι τονιζόμενοι τ. τής ομηρικής γενικής είναι ἕο και εἷο και οι εγκλιτικοί ἑο και εὑ. Ο Όμηρος και η λεσβιακή διάλεκτος παρουσιάζει επίσης το
νιζόμενο τ. ἕθεν, η αττ. τ. οὗ, σπάνιο για τη δήλωση έμμεσης αυτοπάθειας, και η βοιωτική τ. ἑοῦ(ς) από θ. *sewe- (πρβλ. ἐμοῦ[ς])].

Dictionary of Greek. 2013.


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.